Απέναντι στην κατασταλτική βαρβαρότητα της εξουσίας, να προτάξουμε τον  αγώνα και την αλληλεγγύη μεταξύ των καταπιεσμένων.

 

Εισήγηση του αναρχικού-αντιεξουσιαστικού στεκιού Άτακτον
στα πλαίσια του διημέρου για την αλληλεγγύη
και την  οικονομική ενίσχυση των 6 συλληφθέντων-εισών της 1/3 στην Πάτρα.

 

Λίγα  λόγια για την καταστολή στη συγκυρία

Η επιλογή της καταστολής των φωνών της αντίστασης και των αγωνιζόμενων κομματιών της κοινωνίας από τον εκάστοτε κρατικό μηχανισμό, αποτελεί πάγια τακτική. Ανεξάρτητα από τον ιδεολογικό μανδύα με τον οποίο καλύπτεται η κυριαρχία, διαχρονικά και προκειμένου να διασφαλιστεί η εξουσιαστική υπεροχή, στο στόχαστρο τοποθετούνται όλοι όσοι αποτελούν άμεσους ή δυνητικούς κίνδυνους, όσοι περισσεύουν, όσοι βρίσκονται στον πάτο της κοινωνικής-ταξικής πυραμίδας. Έτσι και στην περίπτωση του ελλαδικού χώρου, και με φιλοευρωπαϊκή κυβέρνηση σοσιαλδημοκρατικής κατεύθυνσης, ερχόμαστε αντιμέτωποι με τους κατασταλτικούς κρατικούς μηχανισμούς οι οποίοι δεν χάνουν ευκαιρία να επιτεθούν σε ανθρώπους και δομές τους ανταγωνιστικού προς την κυριαρχία χώρου. Αναφέρουμε ενδεικτικά τη σταθερή στόχευση για  εκκενώσεις καταλήψεων (δύο φορές την κατάληψη Γκάρε στα Εξάρχεια, τις καταλήψεις Ζαΐμη και Ματρόζου αλλά και αρκετές ακόμη στα 3 χρόνια διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ), την κατ’ οίκον κράτηση του συντρόφου Γ. Τσιρώνη, την εκκένωση και κατεδάφιση της κατάληψης Τερμίτα στο Βόλο, την βίαιη κατασταλτική επίθεση των ΜΑΤ  στις πορείες της 17 Νοέμβρη  και 6 Δεκέμβρη 2017 (με την προφυλάκιση των  συλληφθέντων της τελευταίας), την σύλληψη του αναρχικού Ντίνου Γιαγτζόγλου, τη σύλληψη των 9 αγωνιστών του DHKP, την ψήφιση νέου σωφρονιστικού κώδικα που στόχο έχει την αυστηροποίηση της λειτουργίας συνολικά του σωφρονιστικού συστήματος, και κατά συνέπεια και σε προτεραιότητα, τη   φίμωση και καταστολή των εντός των τειχών αγώνων, την πρόταση ψήφισης νόμου αναφορικά με την ύπαρξη απεργιών υπό ειδικούς όρους και προϋποθέσεις, την  ποινική δίωξη  για παρεμπόδιση των πλειστηριασμών, τις αντιμεταναστευτικές πολιτικές της Ευρώπης-φρούριο, με τη ελληνική επικράτεια να αποτελεί ένα απέραντο  στρατόπεδο συγκέντρωσης  και θανάτου, τη στοχοποίηση ως «εσωτερικού εχθρού» όσων αντιστέκονται.  αλλά και τη σταθερή λειτουργία του παρακράτους με τις φασιστικές επιθέσεις (στις καταλήψεις Παναιτωλίου 21, Λέλας Καραγιάννη, Αγρός, Φαβέλα, τις επιθέσεις στο πλαίσιο του εθνικιστικού συλλαλητηρίου στην Θεσσαλονίκη στις καταλήψεις ΕΚΧ Σχολείο και libertatia, με αποκορύφωμα τον ολοσχερή εμπρησμό της δεύτερης), η αφετηρία είναι ίδια και βρίσκεται στην ανάγκη του κράτους για διατήρηση της ηγεμονίας του και εξασφάλιση του κοινωνικού ελέγχου.

Δύο και χρόνια μετά την άνοδο στην  εξουσία του αριστεροεθνικιστικού μορφώματος των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, κάτω από πανηγύρια για την πρώτη αριστερή διακυβέρνηση που θα σκίσει τα μνημόνια, θα συγκρουστεί με τους δανειστές, θα φέρει κοινωνική δικαιοσύνη κλπ, είναι απαραίτητο να αναλύσουμε τις κινήσεις κράτους και κεφαλαίου, μέσα από το πρίσμα της παρούσας διακυβέρνησης, εξάγοντας όμως συνολικά συμπεράσματα για την πολιτική και κοινωνική συνθήκη.

Όπως έχει ήδη διαφανεί, η φράση «το κράτος έχει συνέχεια» επαληθεύεται καθημερινά, στην συνέχιση του τοξικού καπιταλιστικού περιβάλλοντος της διαρκούς επισφάλειας, της φτωχοποίησης, της εξαθλίωσης και των κανιβαλικών εκμεταλλευτικών σχέσεων.  Η παρούσα κυβέρνηση, πατώντας ιδιαίτερα μέσω του ΣΥΡΙΖΑ στο καναλιζάρισμα και την ενσωμάτωση της κοινωνικής δυναμικής των προηγούμενων χρόνων, μετέτρεψε την οργή και την αμφισβήτηση που εκφραζόταν στο δρόμο, μέσω μιας ακατάσχετης ψευδοσυγκρουσιακής φρασεολογίας σε μια μεγαλειώδη ήττα, έναν έντιμο συμβιβασμό με τους δανειστές, στην αποδοχή της μνημονιακής, νεοφιλελεύθερης συνθήκης ως μοναδικό δρόμο για την σωτηρία της ελληνικής κρατικής οντότητας.

Η όποια αδιαμεσολάβητη πραγματικότητα πλάθοταν με υλικούς και συνειδησιακούς όρους καθημερινά σε δρόμους, πλατείες, γειτονιές, χώρους εργασίας, σχολεία, μέσα στους ταξικούς/κοινωνικούς αγώνες, μετατράπηκε, και μέσω του κομβικού τεχνάσματος του δημοψηφίσματος, σε μιαν τεράστια εκτόνωση που απέσυρε τις μάζες από το δρόμο και προς στιγμήν οδήγησε σε μια άμπωτη τις κινηματικές διαδικασίες και γεγονότα. Οι υποσχέσεις της προεκλογικής περιόδου, συνδυαστικά με το ανθρωπιστικό προσωπείο που έντεχνα προβάλλεται από τους τωρινούς διαχειριστές της εξουσίας, καλλιέργησαν το έδαφος της αφομοίωσης δημιουργώντας ένα πλαίσιο κοινωνικής απάθειας και ταυτόχρονης ύφεσης των κοινωνικών αντιστάσεων, έκαναν τα πιο πληγέντα κοινωνικά κομμάτια που καθημερινά λεηλατούνται και ασφυκτιούν μουδιασμένα, παρατηρητές της καπιταλιστικής επέλασης υπό το πρίσμα της σοσιαλδημοκρατίας, συνθήκη ιδανική και αναγκαία για το κράτος και το κεφάλαιο προκειμένου να φέρουν σε πέρας τα κατασταλτικά τους σχέδια και να συνεχιστεί η διαδικασία της αναπαραγωγής του συστήματος.

Κομβικό επικοινωνιακό και ιδεολογικό σημείο της συγκεκριμένης  κυβέρνησης είναι η παρουσίασή της ως ενός ορθολογικού, έντιμου, κοινωνικά δίκαιου σχηματισμού, που θα ρυθμίσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα τεράστια για το πολιτικό σύστημα ζητήματα που υπάρχουν. Την ανεργία, τη φτωχοποίηση, τις αυτοκτονίες, κλπ. Δια μέσου της συριζαίικης στρατηγικής, η κοινωνική αλληλεγγύη και η ταξική σύγκρουση γίνανε κυβερνητικό πρόγραμμα και επιδόματα. Η αυτοοργάνωση, η ρήξη, έγιναν έντιμος συμβιβασμός και συμφωνίες για μνημόνια, μεταναστευτικό, πολεμικούς εξοπλισμούς με τη ΕΕ, την Τουρκία, το Ισραήλ. Οι ελπίδες της προόδου αντικαταστάθηκαν  με εξευτελιστικά επιδόματα ελεημοσύνης – παραποιώντας την έννοια της αλληλεγγύης –, με αορίστου χρόνου εργασιακές συμβάσεις, με πλειστηριασμούς· και οι προοδευτικές φωνές που στήριξαν με τον έναν ή το άλλο τρόπο την αριστερή διακυβέρνηση σώπασαν σταδιακά.

Στο κομμάτι της καταστολής, οι προγραμματισμένες διακηρύξεις για την κατάργηση των ΜΑΤ, η δημιουργία μιας “υπεύθυνης “ και δημοκρατικής αστυνομίας με γνώμονα το “δίκαιο” και την εξάρθρωση των εντός της ακροδεξιών θυλάκων, ο εκδημοκρατισμός συνολικά του δικαστικού/ποινικού συστήματος,  βρίσκονται σε απόλυτη αντιδιαστολή με την καθημερινή επίθεση που βιώνουμε. Διαλύονται  καθημερινά μπροστά στις  συλλήψεις αγωνιστών και αγωνιστριών, τη βία των μπάτσων, την ανελέητη καταστολή των μεταναστών και μεταναστριών, τα χρόνια φυλακής  που συνεχίζουν να μοιράζουν τα δικαστήρια σε συντρόφους/ισσες, μπροστά στην συνέχιση της αντιτρομοκρατικής εκστρατείας απέναντι σε όσους επιλέγουν την σύγκρουση με το υπάρχον, σε όσους και όσες δε σκύβουν κεφάλι. Στο φόντο όλων αυτών συνεχίζεται η βίαιη επίθεση πάνω στις ζωές μας, με τελευταίο το πολυνομοσχέδιο που ψηφίστηκε.

Επαληθευτικά ως προς τα παραπάνω, είναι και η βασανιστική αντιμετώπιση τόσο του αναρχικού Ντίνου Γιαγτζόγλου αλλά και του  αγωνιστή κρατούμενου Βασίλη Δημάκη στις πρόσφατες απεργίες πείνας και δίψας που έκαναν για να διεκδικήσουν τη μεταγωγή του ο πρώτος στον Κορυδαλλό και τις εκπαιδευτικές άδειες που δικαιούταν  ο δεύτερος. Για ζητήματα που σε άλλη περίπτωση θα ήταν ενδεχομένως πιο διαδικαστικού χαρακτήρα, το κράτος έφτασε την σύγκρουση στα άκρα, τόσο σε επίπεδο της φυσικής εξόντωσης των απεργών, όσο και στα περιεχόμενα. Η σοσιαλδημοκρατική εκδοχή του δόγματος νόμος και τάξη  περιλαμβάνει την οικοδόμηση μιας αμείλικτης προσέγγισης ιδιαίτερα σε ζητήματα που είναι αιχμή του δόρατος του κράτους , όπως οι φυλακές και η αντιμετώπιση των πολιτικών του αντιπάλων. Με τις ειδικές συνθήκες κράτησης και τις φυλακές τύπου Γ να έρχονται, αλλά και τη γενικευμένη εξαθλίωση που επιβάλλεται, ακόμη πιο οξυμένα εντός των τειχών, το κράτος θέλει να περάσει μηνύματα. Τσακίζοντας όσους αντιστέκονται, εφαρμόζοντας την βίαιη υπεροχή του, παίζοντας με τις ζωές ανθρώπων, πρέπει να αποτελεί το θεματοφύλακα  της εύρυθμης λειτουργίας του σωφρονισμού συνολικά, εμφανίζοντας ακόμη και κεκτημένα με αγώνες δικαιώματα, όπως αυτό των αδειών, ως παραχωρήσεις της δημοκρατίας.

Ακόμη, στο πεδίο της συνέχισης της στρατηγικής των αντιτρομοκρατικών σταυροφοριών, έχουμε σε πολύ συμπυκνωμένο χρόνο δύο περιπτώσεις που εμφανίζουν και προοικονομούν μια περαιτέρω διεύρυνση της κατάστασης εξαίρεσης που επιφυλάσσεται ιδιαίτερα για όσους μάχονται ενάντια στο υπάρχον. Η πρώτη αφορά την καταδίκη αναρχικών συντρόφων στο εφετείο υπόθεσης που αφορούσε μια σειρά επιλογών του αναρχικού αγώνα σε βαρύτατες  ποινές με την υιοθέτηση της εφαρμογής του αντιτρομοκρατικού νόμου (ενώ είχαν αθωωθεί οι περισσότεροι σε άλλα 4 δικαστήρια για ένταξη σε τρομοκρατική οργάνωση)  στη βάση ότι αποτελούν ατομικούς τρομοκράτες. Κάτι τέτοιο εγκαθιδρύει επί της ουσίας ένα ιδιώνυμο για την αναρχική ταυτότητα, ανοίγοντας τον ασκό του Αιόλου για τα επόμενα χρόνια όσον αφορά τις πολιτικές διώξεις και επαναφέροντας στη ραχοκοκαλιά της αστικής δημοκρατίας τις κατασταλτικές μεθόδους των πιο ολοκληρωτικών ιστορικών μορφών του κράτους.

Η δεύτερη αφορά την εκ νέου κλήση του αναρχικού κομμουνιστή Τάσου Θεοφίλου σε δίκη για όσα έχει εν πολλοίς αθωωθεί  και εκτίσει την ποινή του . Πέρα από τα όσα αναφέρθηκαν στην πρώτη περίπτωση, η υπόθεση αυτή έρχεται να δείξει  με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι η στρατηγική του κράτους τα προηγούμενα χρόνια ιδιαίτερα απέναντι στους αναρχικούς, τακτική που αποτελούσε ποινικά και ευρύτερα πολιτικά/κοινωνικά της αιχμή του δόρατος της αντιεξεγερτικής εκστρατείας και της προσπάθειας διασφάλισης της καπιταλιστικής κοινωνικής ειρήνης, δεν υπάρχει περίπτωση να αφεθεί έκθετη. Στο δικαστήριο του συντρόφου, αλλά και σε αρκετά ακόμη, οι μεθοδεύσεις της αντιτρομοκρατικής και του δικαστικού συστήματος κατέρρευσαν, εν μέσω μεγάλης κοινωνική πίεσης. Κάτι τέτοιο αποτελεί πυριτιδαποθήκη για το κράτος, καθώς αν μαζικοποιηθεί και πολιτικοποιηθεί σε ευρύτερο βαθμό με αντικρατικά χαρακτηριστικά η αλληλεγγύη μεταξύ όσων αγωνίζονται  και η απόρριψη της κυριαρχικής ρητορικής για το δίκαιο, η ρωγμή για την παντοδυναμία του κράτους και το ρόλο του ως μοναδικού εγγυητή και ρυθμιστή της κοινωνικής ζωής είναι αρκετά σημαντική.

Δεν μπορούμε βέβαια να παραβλέψουμε την συνολικότερη συνθήκη μέσα στην οποία είναι τοποθετημένα τα παραπάνω. Κύριο σημείο της κυβερνητικής ρητορικής, αλλά συνολικότερα της κρατικής ρητορικής, είναι πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Για τους εν ελλάδι καταπιεσμένους, πρέπει να γίνει κατανοητό, σε μια διάσταση εθνικής ομοψυχίας και συνεννόησης, πως πάντα φταίνε τα σκληρά καπιταλιστικά μπλοκ, η ΕΕ, η πορεία της χώρας και τη οικονομίας τα προηγούμενα χρόνια και πως όλα γίνονται με ένα χαρακτήρα προστασίας της κοινωνικής βάσης. Προπαγάνδα και ψέματα (όπως για τη δήθεν προστασία της πρώτης κατοικίας από τους πλειστηριασμούς, μια προφορική συμφωνία με τους τραπεζίτες) έρχονται να αποτελέσουν την άλλη όψη του νομίσματος της συνέχειας της λειτουργίας του κράτους.

Για να συνεχιστούν οι πολιτικές της εξαθλίωσης, στην κατεύθυνση της διατήρησης των διακρατικών συμφωνιών, το ελληνικό κράτος εν προκειμένω ώστε να φανεί  αντάξιο των απαιτήσεων του ΔΝΤ , των θεσμών , του ντόπιου και διεθνούς κεφαλαίου, ασκεί στο εσωτερικό της ελληνικής επικράτειας οποιαδήποτε αναγκαία εξοντωτική πολιτική. Στο ίδιο πλαίσιο είναι και η καταστολή των ριζοσπαστικών κομματιών της κοινωνίας. Η καταστολή λειτουργεί σαν εχέγγυο στους δανειστές οι οποίοι απαιτούν υπακοή, εργατικότητα και κοινωνική ειρήνη, με στόχο την συντήρηση του καπιταλιστικού οικοδομήματος, την ομαλή παγίωση των πολιτικών θανάτου.

Η εξάρτηση βέβαια του ελληνικού κράτους από τα εξωτερικά εξουσιαστικά μπλοκ δεν μπορεί να εξηγήσει επαρκώς τις κατασταλτικές επιλογές της κυβέρνησης. Στην κατεύθυνση πάντα της διατήρησης των ισορροπιών και της παραμονής της στην εξουσία, όλες οι επιλογές στο επίπεδο της καταστολής προτάσσονται αντιπαραθετικά στο λόγο της δεξιάς και ακροδεξιάς αντιπολίτευσης, τόσο ευρύτερα, όσο και σε μικροπολιτικό επίπεδο στα περί σύνδεσης του αναρχικού αγώνα με κυβερνητικούς κύκλους (του ΣΥΡΙΖΑ) και κυβερνητικής αδυναμίας αναφορικά με την εξασφάλιση της έννομης τάξης. Έτσι κατορθώνεται σε πρώτο επίπεδο ένα κομματικό αβαντάρισμα του Σύριζα, ο οποίος στο μιντιακό και επικοινωνιακό πόλεμο της αντιπολίτευσης απαντάει με καταστολή του ανταγωνιστικού χώρου, προβάλλοντας τον εαυτό σαν ικανό τηρητή της νομιμότητας και της ασφάλειας. Χαρακτηριστικά, οι συλλήψεις της Πόλας Ρούπα και του Ντίνου Γιαγτζόγλου αποτέλεσαν τρόπαια που περιφέρονταν στην βουλή από τους κυβερνώντες, στην κονταρομαχία με τα υπόλοιπα κομμάτια του πολιτικού συστήματος, ώστε να αποδειχτεί η συνέχιση και εύρυθμη λειτουργία του κατασταλτικού μηχανισμού, η μη σχέση των Συριζαίων με τον αναρχικό/αντιεξουσιαστικό/ριζοσπαστικό χώρο, αλλά κυρίαρχα, η αποτελεσματικότητα και σοβαρότητα επί εποχής ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Παράλληλα η τακτική αυτή λειτουργεί βοηθητικά και στην διατήρηση των ισορροπιών στο εσωτερικό του κοινωνικού ιστού. Τα συντηρητικά του κομμάτια μένουν ικανοποιημένα από εξουσιαστές που είναι σε θέση να προσφέρουν ένα «καθαρό», ασφαλές και απαλλαγμένο από αποσταθεροποιητικούς παράγοντες, κοινωνικό περιβάλλον. Έτσι η καταστολή έχει διττό ρόλο. Από τη μια αποτελεί στρατηγικό όπλο στα χέρια της κυβέρνησης  ώστε να επιτευχθούν οι πολιτικές της επιδιώξεις, και από την άλλη συμβάλλει καθοριστικά στην προβολής της ρητορικής περί «νίκης της δημοκρατίας» έναντι της ανομίας. . Πέρα από οποιαδήποτε ψευδή προσμονή, αντίληψη, ανάλυση για το ποιόν και το ρόλο των τωρινών κυβερνόντων, αυτό που αναδεικνύεται είναι τόσο ο ιστορικός ρόλος που έχουν παίξει και συνεχίζουν να παίζουν τα κομμάτια του αστικού μπλοκ για την συνέχιση της αναπαραγωγής του καπιταλισμού, όσο και ποιος είναι ο πραγματικός δρόμος για τη ρήξη με το υπάρχον εκμεταλλευτικό σύστημα. Η ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ σαν ένας σχηματισμός της σοσιαλδημοκρατικής αριστεράς, δε θα μπορούσε να είναι κανένας άλλος, από αυτόν του να αποτελεί ένα δεκανίκι στα δύσκολα για το πολιτικό σύστημα και συνολικότερα για το κράτος και το κεφάλαιο. Μαζί και οι κυβερνητικοί εταίροι που προσφέρουν την απαραίτητη εθνικιστική πινελιά, το απαραίτητο άνοιγμα στο δεξιό ακροατήριο, την απαραίτητη τζούρα πατρίδας, θρησκείας, οικογένειας.

Για την αλληλεγγύη

Όπως κάθε κομμάτι της κοινωνικής ζωής, κάθε σχέση και φαινόμενο αλληλεπιδρά/καθορίζεται ή και συγκρούεται με το περιβάλλον στο οποίο δημιουργείται, το ίδιο συμβαίνει και με την αλληλεγγύη, σαν μια από τις μορφές που λαμβάνουν οι σχέσεις μεταξύ των όντων. Η παραπάνω ανάλυση, την τοποθετεί από το γενικό στο ειδικό, υπογραμμίζοντας την διάστασή της στην πάλη ενάντια στο υπάρχον. Για να λάβει όμως και μια τέτοια μορφή, σημαίνει πως προϋπάρχει ως συνδετικός ιστός στην καθημερινότητα.

Πράγματι, η αλληλεγγύη εκφράζεται ή και καταπιέζεται/ καταπνίγεται καθημερινά, σχεδόν σε κάθε στιγμή, σε κάθε ματιά, κίνηση, έκφραση της πολυπλοκότητας του κόσμου που μας περιβάλλει. Ωε τέτοια άλλωστε γίνεται αντιληπτή από τους αγωνιζόμενους και προβάλλεται ως μια μορφή οργάνωσης και αλληλεπίδρασης που δομεί άλλες πραγματικότητες από όσες αναπαράγουν την καθημερινή καταπίεση και εκμετάλλευση.

Με λίγα λόγια, η αλληλεγγύη προϋπάρχει στην  καθημερινή αγωνία και πάλη για την επιβίωση. Παλιότερα, είναι ξεκάθαρο πως απέναντι στην μη συγκαλυμμένη βαρβαρότητα τω  ισχυρών, απέναντι στην ισχύ της φύσης και των φαινομένων της, αποτελούσε περισσότερο μια αναπόφευκτη συνθήκη, χωρίς ωστόσο κάτι τέτοιο να της αποστερούσε τα συμβολικά και ποιοτικά της χαρακτηριστικά. ΟΙ άνθρωποι, τα ζώα, τα φυτά, προστρέχουν το ένα στο άλλο απέναντι στο άγνωστο, το επικίνδυνο, το τρομερό, απέναντι στην αναγκαιότητα της καθημερινής επιβίωσης. Έτσι, εξετάζοντας ειδικά τους ανθρώπους, οι προκαπιταλιστικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης, οι παραγωγικές σχέσεις, τα ήθη, τα έθιμα έφεραν εντός τους σε μεγάλο βαθμό την αλληλεγγύη ως μια σχέση που γεννιόταν από την κοινοτική ζωή. Χωρίς ποτέ να ισχυριζόμαστε πως υπήρχε ένας αντιεξουσιαστικός κόσμος, μια άχρονη «καλή» καταγωγή της ανθρώπινης φύσης συνολικά. Ωστόσο, οι ίδιες οι συνθήκες, η ίδια η φύση της εξουσίας, ήταν αυτές που δημιουργούσαν συνολικά μια άλλη τοποθέτηση εντός του κόσμου,. Τοποθέτηση της οποίας η έκφραση είναι είτε συνειδητή και αγωνιστική, είτε εκκινεί ως εγγενής αντίδραση στην βαρβαρότητα και την καταπίεση και ως αναγκαιότητα επιβίωσης.

Η κοινοκτημοσύνη στη γη, τα προϊόντα, η αλληλοβοήθεια στη σοδειά, στο χτίσιμο ενός σπιτιού, μέχρι και τη συλλογική μορφή που μπορεί να είχε η διασκέδαση, όλα αυτά είναι μαρτυρίες μέχρι και το πολύ πρόσφατο παρελθόν, αλλά και το ζωντανό παρών που είτε βρίσκονται συγκαλυμμένες πίσω από την ομοβροντία του θεάματος και της αποξένωσης είτε επιβιώνουν σε άλλες γειτονιές του κόσμου. Ακόμη όμως και σήμερα, ποιος μπορεί να ξεχάσει τις στιγμές αλληλεγγύης που εκφράστηκαν στο δρόμο και στους αγώνες στις μεγάλες αντιμνημονιακές πορείες και συγκρούσεις του 10-13, στην καθημερινότητα στις γειτονιές, στα τόσα μικρά και μεγάλα εγχειρήματα που ξεπήδησαν μετά το Δεκέμβρη? Επιπλέον, ακόμη και σήμερα, σε αυτόν το βούρκο αποξένωσης, κανιβαλισμού, αλλοτρίωσης, σήμερα που στοιβαγμένοι μέσα στα διαμερίσματα των μητροπόλεων οι άνθρωποι έχουν αποστερηθεί όχι μονάχα την κοινωνικότητα τους, αλλά την ίδια την αισθητηριακή τους λειτουργία, λεηλατημένο ι από την καθημερινή μισθωτή σκλαβιά, το αστικό νευρωτικό περιβάλλον, την πανταχού παρούσα συστημική βία, ακόμη και σήμερα, η αλληλεγγύη επιβιώνει μπροστά και απέναντι στο άδικο.

Σαφώς και κανείς δεν ισχυρίζεται πως όλα τα παραπάνω αφορούν καθολικά μια ανθρώπινη εκφορά. Τουναντίον, είναι αυτά για τα οποία παλεύουμε, απέναντι και στην άλλη πλευρά του νομίσματος, αυτήν της απόλυτης παραδοχής/αποδοχής της εξουσίας, της ηδονιστικής πρόσδεσης σε αυτήν, της αναπαραγωγής της καθημερινή ς φυσικής και ψυχολογικής βίας μεταξύ των ανθρώπων, μεταξύ αυτών που θεωρητικά λίγο πολύ μπορεί και να βιώνουν τα ίδια προβλήματα.

Η ανάλυση των φαινομένων είναι εφόδιο για τον αγώνα, τις στοχεύσεις, τις κατευθύνσεις του αλλά και καθημερινό ζητούμενο για μια ζωή που θα κοντράρει την παραίτηση, το φόβο, την αλλοτρίωση, τη μετατροπή μας σε στρατιώτες του δυστοπικού καπιταλιστικού μέλλοντος.

Εντός μιας τέτοιας πορείας σκέψης και ανάλυσης είναι που σχηματοποιείται/δοκιμάζεται και προχωρά η αναρχική θεωρία και πράξη. Για μας η ατομική και συλλογική τοποθέτηση δεν προέρχεται από μια ιδεολογικοποιημένη προσέγγιση και ερμηνεία του κόσμου, μα από την πολύπλευρη ανάλυση, την προσπάθεια βαθιάς κατανόησης αυτού του κόσμου και της ιστορικής του πορείας, την καθημερινή δοκιμή των ιδεών και των πράξεών μας εντός της πραγματικότητας. Και όλα αυτά στην κατεύθυνση της αποδόμησης  των κυρίαρχων νοημάτων, της  αναζήτησης δυναμικών και πορειών ζωής και αγώνα, της  σφυρηλάτησης του οράματος  για μια ζωή χωρίς εκμετάλλευση και καταπίεση.

Γι’αυτό και είναι σημαντικό να αντιληφθούμε πως τίποτα δεν ξεκινά απλά επειδή για ένα μεταφυσικό λόγο κάποιοι το διατύπωσαν, μα μπορεί να προϋπάρχει και το ζήτημα είναι να αναλυθεί, να μορφοποιηθεί, να πάρει εκείνη την κατεύθυνση που θα στοχεύει στην ατομική και συλλογική απελευθέρωση.

Όλα τούτα είναι το απαραίτητο επεξηγηματικό πλαίσιο για να μιλήσουμε για το τι εννοούμε όταν λέμε αλληλεγγύη, τι νοήματα, περιεχόμενα, πρακτικές και προτάγματα κρύβονται πίσω από μια λέξη. Η αλληλεγγύη λοιπόν, αποτελεί πρώτα και κύρια μια σχεσιακή συνθήκη, που φέρει εντός της, όπως και κάθε άλλη σχέση την αλληλεπίδραση μεταξύ των όντων. Μιλώντας όμως από τη σκοπιά ανθρώπων που τοποθετούνται στο μετερίζι του αναρχικού αγώνα, η εκάστοτε σχέση έχει μεγάλη σημασία πως δημιουργείται αλλά και πως πραγματώνεται. Αναγνωρίζοντας πως δεν είναι μια μονόδρομη διαδικασία ή ένα απλά υλικοπρακτικό ζήτημα, θέτουμε τα αρχικά θεμέλια ώστε να αποκτήσει εκείνα τα περιεχόμενα που από τη δική μας οπτική ξεκλειδώνουν τις απαραίτητες δυναμικές που μπορούν να αφυπνίσουν, να συνδέσουν , να ενδυναμώσουν τους ανθρώπους και τις πραγματικότητες τους οικοδομώντας κοινότητες ζωής και αγώνα. Δε θα μπορούσαμε άλλωστε να μην κάνουμε αυτήν την προσέγγιση, καθώς, μιλώντας για ατομικό και συλλογικό αγώνα που στοχεύει να καταστρέψει τον κόσμο της εκμετάλλευση, της αποξένωσης, της αλλοτρίωσης, της καταπίεσης, αναγνωρίζουμε πως αυτά θα προέρθουν από μια βαθιά, ριζική διαδικασία χειραφέτησης από τη ζωή που μας έχουν επιβάλλει, με όλο το φορτίο της, από μια εκρηκτική ατομική και συλλογική συνθήκη που θα ξεκλειδώσει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που θα προσπεράσουν αυτά που συντηρούν τον παρόντα κόσμο. Η αλληλεγγύη ως αμφίδρομη, δυναμική και απελευθερωτική λοιπόν σχέση και διαδικασία, στοχεύει μέσα από την πραγμάτωσή της να γκρεμίσει την πίστη στην εξουσία, τον ειδικό, τον ισχυρό, τον έχοντα. Στοχεύει, κάθε στιγμή που πραγματώνεται, να γκρεμίσει την ιεραρχία, την απομόνωση, να αντισταθεί στην κυριαρχική βία, να αντιστρέψει την απελπισία και το φόβο, να εμφυσήσει την πίστη στις ατομικές και συλλογικές δυνατότητες, να χτίσει περιβάλλοντα που οι άνθρωποι θα μπορούν να πραγματώνουν όλο και περισσότερο τις επιθυμίες και τα θέλω τους, στοχαζόμενοι για την φύση τους, απέναντι στις επίπλαστες ανάγκες και επιθυμίες που έχουν κατασκευαστεί και που μας έχουν εμφυσήσει όλοι οι θεσμοί του καπιταλιστικού οικοδομήματος από την στιγμή της γέννησής μας.

Σαν αναρχικοί, μιλάμε από μια σκοπιά που η καθημερινή ζωή και ο αγώνας δεν είναι δύο σφαίρες διαχωρισμένες. Οι σχέσεις που οικοδομούμε δεν είναι ξέχωρες αλλά απορρέουν και επηρεάζουν τον τρόπο που οργανωνόμαστε. Τα προτάγματά μας δεν αφορούν κάποιους συνειδητοποιημένους και μόνο, μα στοχεύουν να είναι πραγματικά η μπαρουταποθήκη που θα ανατινάξει τον κόσμο της εξουσίας. Έτσι, η αλληλεγγύη ως σχέση και ως πρόταγμα στον αγώνα θα πρέπει να αντιλαμβανόμαστε ότι είναι μια μαγιά της όλης μας ύπαρξης, ιδιαίτερα όταν κατατίθεται εντός ενός περιβάλλοντος που ερχόμαστε πιο πυκνά κοντά σε κάποιους άλλου/ες, όπως για παράδειγμα εντός ενός συγκεκριμένου αγώνα. Εκεί έχει ιδιαίτερη σημασία να δούμε πως όλα αυτά παίρνουν σάρκα και οστά. Η αλληλεγγύη λοιπόν, δεν είναι διαχωρισμένη από το λόγο και το περιεχόμενο που θέτουμε για τους πραγματικούς εχθρούς που δημιουργούν και υπερασπίζονται τον κόσμο αυτό.  Ο τρόπος οργάνωσης εντός ενός αγώνα αλλά και συνολικότερα εντός των σχέσεων που θα θέλαμε να υπάρχουν, σχέσεων ισοτιμίας και αλληλοβοήθειας αντανακλάται και στις μορφές πάλης που επιλέγουμε και προτείνουμε να γίνουν κτήμα και των άλλων αγωνιζόμενων. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούμε τόσο για να αναλύσουμε την εκάστοτε περίπτωση, όσο και για να προσπαθήσουμε να επικοινωνήσουμε πως ο κάθε αγώνας, το κάθε ψηφιδωτό εκμετάλλευσης και καταπίεσης βρίσκει την ουσία του μόνο όταν συνδέεται με το συνολικότερο πλαίσιο, πως μόνο τότε μπορεί να χτυπηθεί πραγματικά όλο το εξουσιαστικό οικοδόμημα, να ριζοσπαστικοποιηθούν οι συνειδήσεις. Και όπως αναφέραμε και παραπάνω, όχι από μια ιδεολογικοποιημένη και στείρα θέση ταύτισης μα επειδή πραγματικά τα όσα πρεσβεύουμε μπορούν να είναι διεξοδικά στην πάλη για την καταστροφή της εξουσίας, για να τελειώσει η αδικία, η φτώχεια, η πείνα, οι πόλεμοι, η καταστροφή του φυσικού κόσμου, οι επίπλαστοι διαχωρισμοί, κλπ.

Η αλληλεγγύη λοιπόν και ως πρόταγμα. Γιατί προτάσσοντας την επιτιθόμαστε στην κυρίαρχη κατασκευή και αφήγηση για την κοινωνική ζωή, αυτή μιας στείρας επιβίωσης που πραγματώνεται πατώντας επί πτωμάτων, με μια αλλοτριωμένη συνείδηση, μακριά από τη φύση, μακριά από την εξερεύνηση του εαυτού μας  και του κόσμου, μακριά από την ανθρώπινη επαφή, αφήνοντας επί της ουσία ανέγγιχτους τους δυνάστες μας. Σήμερα ειδικά, που ο ύστερος νεοφιλελεύθερος κόσμος επιβάλλει τον κανιβαλισμό σαν μια εξαιρετικά χρήσιμη για την αναπαραγωγή του συμπεριφορά, σήμερα που εκ νέου οι φασιστικές ιδέες και πολιτικές οργανώσεις επελαύνουν, σήμερα που ο ρατσισμός και η θανατοπολιτική αποτελεί το κυρίαρχο δόγμα οργάνωσης της μηχανικής της εξουσίας, σήμερα που εκατομμύρια ζωές είναι προορισμένες ποτέ να μη βιωθούν, στοιβαγμένες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, θανατωμένες σε καπιταλιστικά κάτεργα, σήμερα που κοστολογείται ο αέρας, η ζωή, το νερό, το έδαφος για τις πολυεθνικές και τα δηλητηριασμένα προϊόντα τους, είναι ανάγκη η αλληλεγγύη να αποτελεί πέρα από τη μαγιά του κόσμου που πρεσβεύουμε μελλοντικά, ένα κομβικό σημείο στο σήμερα. Και να αποτελεί τη βάση της δραστηριότητάς μας, να χτίζει γέφυρες μεταξύ όσων λεηλατούνται, όσων αγωνίζονται, να δημιουργεί παρακαταθήκες. Γιατί ερχόμενοι σε επαφή με άλλους και άλλες μπορούμε να επικοινωνήσουμε, να οικοδομήσουμε κοινά οράματα, να σχεδιάσουμε κοινούς αγώνες,να χτίσουμε ανταγωνιστικές προς το υπάρχον δομές,  να διαχύσουμε την αναρχική θεωρία και πράξη. Δεν αναζητούμε πιστούς ή στρατιώτες, μα εκείνους και εκείνες που όπως κ εμείς, επιδιώκουμε τις κοινότητες και όχι τους ακολούθους κάποιων σωτήρων. Η μνήμη του αγώνα αποτελεί πραγματικό μπόλιασμα της συνείδησης και το αποτύπωμα της συνύπαρξη εν μέσω μιας αγωνιστική διαδικασίας, είναι ένα χτύπημα με πολλαπλάσιο φορτίο από τον καθημερινό ιδεολογικό βομβαρδισμό της εξουσίας.

Από τη σκοπιά λοιπόν των αναρχικών, η αλληλεγγύη δεν είναι φιλανθρωπία, δεν είναι τυφλή υπακοή σε κάποιον ισχυρότερο, δεν είναι ταύτιση, δεν αφορά τα πρόσωπα μα τα περιεχόμενα και τη θέση σε αυτόν τον κόσμο. Κάθε φορά που είμαστε αλληλέγγυοι με κάποιον/κάποιους που αγωνίζονται, αναγνωρίζουμε στον αγώνα αυτό ένα κομμάτι του εαυτού μας, διατηρώντας συμφωνίες και διαφωνίες με το εκάστοτε υποκείμενο, διατηρώντας τη διακριτότητα των περιεχομένων και τακτικών αγώνα, αρκεί να μην είναι αυτά αντιθετικά. Στοχεύουμε στη στήριξη  και την κοινωνικοποίηση ένα αγώνα, στο να γίνει κατανοητός εντός ενός ευρύτερου πολιτικού και κοινωνικού πλαισίου. Αυτό όπως που είναι το κομβικό είναι κατά πόσο ο αγώνας αυτός, με τα εκάστοτε ζητήματα που μπορεί να έχει στην αφετηρία του (πολιτισμικά/ταξικά/ιδεολογικά), στοχεύει να αντιπαλέψει μια συνθήκη που επιβάλλεται από την ολοένα και εντεινόμενη καπιταλιστική επίθεση. Ο ρόλος λοιπόν και η θέση μας εντός μιας τέτοιας κατάστασης, δεν είναι μια στείρα γραμμική σχέση, μα μια δυναμική και πολυπαραγοντική συνθήκη. Θα πρέπει λοιπόν, να στοχεύουμε ο εκάστοτε αγώνας να πάρει τα χαρακτηριστικά αυτά που θα τον ριζοσπαστικοποιήσουν και κατά συνέπεια μπορεί να τον καταστήσουν και νικηφόρο, ή να λειτουργήσουν ως παρακαταθήκη για τους αγώνες που έρχονται. Τόσο σε επίπεδο οργάνωσης, από τη βάση, ισότιμα, συλλογικά, όσο και σε επίπεδο τακτικής μα και περιεχομένων. Βάζοντας σημεία για το συνολικό ζήτημα της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, προτάσσοντας τη δυναμική δράση, σπάζοντας την αέναη πίστη στο αστικό δίκαιο, οργανώνοντας τη σύγκρουση και την αντιπαράθεση, μαζί με τους άλλους/ες αγωνιζόμενους και αγωνιζόμενες. Θέτοντας ζητήματα κριτικής και αντιπαλεύοντας την θεσμική εκπροσώπηση και εκτόνωση του αγώνα που αποτελεί άλλο ένα όπλο στα χέρια κράτους και αφεντικών. Στήνοντας δομές που εντός και παράλληλα με τον εκάστοτε αγώνα θα προωθούν την ευρύτερη συλλογικοποίηση. Επιχειρώντας την επικοινωνία με άλλα αγωνιζόμενα κομμάτια, την ανταλλαγή εμπειριών, την ευρύτερη οργάνωση και ενότητα απέναντι στα κοινά ζητήματα, διευρύνοντας το φάσμα που ο αγώνας διεξάγεται ώστε να γίνει κτήμα ευρύτερων κομματιών. Όλη αυτή η όλη συνθήκη βοηθάει και τα διάφορα κοινωνικά υποκείμενα να έρθουν κοντά, σπάζοντας την όποια συντηρητική και ρεφορμιστική/μικροαστική αντίληψη για τον αγώνα τους και τη μοναδικότητά του, τον απομονωτισμό του, το σκεπτικισμό του απέναντι σε άλλα αγωνιζόμενα κομμάτια και το δίκαιό τους.

Ο ρόλος της αλληλεγγύης και η λειτουργία της τοποθετείται πέρα από την αρχική ταυτότητα και σύνθεση του εκάστοτε υποκειμένου. Ωστόσο, δεν αδιαφορούμε ούτε αδυνατούμε να  αντιληφθούμε   πως τα παραπάνω δημιουργούν εμπόδια και έχουν από τα πριν ενδεχομένως περιχαρακώσει το όριο ενός αγώνα ή ακόμα μπορούν να τον καταστήσουν  ένα πεδίο  προνομιακό για εχθρικές αντιλήψεις. Εδώ η αλληλεγγύη  πρέπει  να ξεκλειδώσει εργαλεία ανάλυσης αλλά και  αγώνα που μπορούν το αναπόφευκτο όριο που ένας αγώνας αρχικά έχει, να διασφαλίσουν ότι μπορεί να ξεπεραστεί. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, είναι κάθε φορά που ένας μη βίαιος αγώνας φθείρεται και χτυπιέται ακριβώς επειδή διατηρεί την πίστη του στην αστική δημοκρατία ως το φορέα που θα ικανοποιήσει συνολικά ή μερικά το εκάστοτε αίτημα. Η κρατική βία όσο και να καταγγέλλεται, αν δεν απαντηθεί οδηγεί στο φόβο και τη διάσπαση. Το σημείο της ρήξης και της αμφισβήτησης του υποκειμένου που ερχόμαστε σε επαφή με τον ίδιο του τον εαυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό και με μια δομημένη και μεθοδική σχέση/παρουσία/δουλειά, μπορεί αφενός να αγγιχθεί, αφετέρου όταν κάτι τέτοιο συμβεί,  να λάβει αντικρατικές/ αντικαπιταλιστικές προεκτάσεις, πέρα από απλά ανθρωπιστικές/ αιτηματικές/ ρεφορμιστικές/ προσωποκεντρικές.  Η διαπροσωπική επαφή, η κοινοτική σχέση της πάλης δίπλα-δίπλα είναι αυτή που το αναρχικό παράδειγμα αγώνα, τα περιεχόμενα, τα εργαλεία μας, τον ιστορικό μας ρόλο, τα φέρνει στο προσκήνιο με τον πιο αδιαμεσολάβητο τρόπο. Σε έναν κόσμο δομημένο από το θέαμα, διαμεσολαβημένο από κάθε είδους αλλοτριωμένη σχέση, έναν κόσμο εξατομίκευσης, παραπληροφόρησης κλπ., το παραπάνω αποτελεί κομβικότατο σημείο.

Ακόμη, ένα βασικό σημείο είναι η αλληλεγγύη, με τα εργαλεία και τα περιεχόμενά της να διασφαλίζει και να επεκτείνει τον ορίζοντα και τα νοήματα ενός αγώνα. Να τον περιφρουρεί από την καταβύθιση στον εκφυλισμό και την αέναη προσδεση στο άρμα της αστικής διαμαρτυρίας. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα της απεργίας του Ρωμανού, που ενώ το ίδιο το υποκείμενο σε αυτό απαντούσε ξεκάθαρα, όλο το περιβάλλον των “αλληλέγγυων”, με τους αριστερούς που μπήκαν κλπ. Σε ένα βαθμό το άλωσε, με τον ζήτημα να μετατρέπεται στο δικαίωμα στη μόρφωση. Είναι σημαντικό να σκεφτούμε πως οι  αγώνες πρέπει να ξεπεράσουν το φράγμα /φρούριο της δημοκρατίας στον ελλαδικό χώρο, αυτό της μεταπολίτευσης. Όλα διεξάγονται έως το σημείο που δεν διασαλεύεται η ειρήνη, όλα πνίγονται μες στη διαφωτιστική καταβολή των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και αυτά δυστυχώς είναι ζήτημα ήττας, κυρίως της αριστεράς από τον εμφύλιο και μετά. Έχουν όμως καθορίσει με έναν ευθύ τρόπο το περιβάλλον των αγώνων στην Ελλάδα. Γι’ αυτό και ο μεγαλύτερος εχθρός για τον κόσμο της εξουσίας  ήταν ο Δεκέμβρης, ή η 12 Φλεβάρη, γιατί τότε αυτό που εκφράστηκε στο δρόμο δεν μίλαγε τη γλώσσα του ορίου της σύγκρουσης, δεν προσκύναγε από τα πριν το αξιακό πλαίσιο της δημοκρατίας, δεν ήταν σαφώς ορισμένο και προβλέψιμο. Το  όλο ζήτημα είναι σαφέστατα και  ζήτημα χρήσης της επαναστατικής βίας από μεριάς μας. Όπως ακόμη, και αναφέρθηκε και πιο πάνω,  το κομμάτι της αντιπληροφόρησης και της αυτομόρφωσης στο πλαίσιο ενός αγώνα και μιας σχέσης αλληλεγγύης. Δηλαδή τόσο η άμυνα απέναντι στην ιδεολογική επίθεση που θα γίνει από την κυριαρχία απέναντι σε έναν αγώνα, όσο και το βάθεμα της αλληλοκατανόησης μεταξύ των υποκειμένων, όπως για παράδειγμα το ξεπέρασμα των ορίων που περιγράφηκαν παραπάνω (γλωσσικών/πολιτισμικών/κλπ.

Από μεριάς μας, τα μέσα και οι στοχεύσεις μας πρέπει να αναδεικνύουν τον αγώνα, να στοχεύουν τους φορείς της αδικίας, τους θεσμούς, το οικοδόμημα της εκμετάλλευσης μεταφέροντας πίεση και φόβο στον αντίπαλο. Να συνδέουν νοηματικά τις διάφορες περιπτώσεις και τους αγώνες, να στοχεύουν ώστε να στηρίξουν, να ενδυναμώσουν τον αγώνα. Να βάζουν αντικρατικά και ευρύτερα χαρακτηριστικά, να είναι κοινωνικοποιήσιμα και προσλήψιμα από όσους παρακολουθούν τις εξελίξεις και αφουγκράζονται το τι συμβαίνει και όχι απλά να ικανοποιούν μια από τα πριν πεπατημένη του τι κάνουμε, αδιαφορώντας ποιος και τι θα καταλάβει, θεωρώντας ελιτίστικα ότι οι μόνοι που ενδιαφέρονται είμαστε εμείς και ο μόνος τρόπος αγώνα και ενδιαφέροντος είναι ο δικός μας. Αυτό εν τέλει είναι και υπονομευτικό για τα συνολικά περιεχόμενα που βάζουμε. Επαληθεύει την εξατομίκευση, την απόσταση και την απογοήτευση μεταξύ όσων πλήττονται και αργοπεθαίνουν καθημερινά, όσων βέβαια ασφυκτιούν και δεν επιλέγουν να γίνουν ξεκάθαρα κανίβαλοι για να επιβιώσουν. Όλα όμως τα παραπάνω δεν πρέπει να προσπερνούν το ότι η  αλληλεγγύη είναι κριτική σχέση. Τα, εργαλεία, η ταυτότητα, τα περιεχόμενα, ο  λόγος, η  τακτική, διαπερνούνται από τη θέση αυτή. Για παράδειγμα, στον αγώνα που διεξάγεται στη Χαλκιδική, το συνολικό ζήτημα της λεηλασίας φύσης ήταν βασικό  να μπει από την αρχή, περιλαμβάνοντας και άλλα ζητήματα όπως ο τουρισμός κλπ, χωρίς αυτό να αποτελεί από τα πριν κριτήριο για το κατά πόσον θα βρεθούμε δίπλα στους εκεί αγωνιζόμενους. Το γενικό σημείο είναι μέσα από τον αγώνα, να αναδεικνύεται και να στοχεύεται συνολικά το οικοδόμημα της εκμετάλλευσης.

Eπιλέγουμε να συνδεθούμε και να αλληλεπιδράσουμε με υποκείμενα που είτε αγωνίζονται σε μια ριζοσπαστική κατεύθυνση, είτε από την άλλη βρίσκονται σε θέση δυσμενή και ζουν στο περιθώριο του καπιταλιστικού κόσμου. Όχι γιατί ταυτιζόμαστε απόλυτα με τη στάση, την έκφραση και τις στοχεύσεις τους. Η αλληλεγγύη μας στα υποκείμενα αυτά εκκινεί από κάτι βαθύτερο και ουσιαστικότερο. Από την κατανόηση του γεγονότος ότι στο δρόμο για την ατομική και συλλογική απελευθέρωση είναι κάτι παραπάνω από αναγκαία η συνύπαρξη και η αγωνιστική σύνδεση των κομματιών που βιώνουν την εκμετάλλευση, την καταπίεση, την κατακυρίευση των ζωών τους.

Την ίδια στιγμή στη γειτονιά της μεσογείου το σκηνικό που ξεδιπλώνεται χαρακτηρίζεται από πολέμους, ολοκληρωτικά/αυταρχικά καθεστώτα, θρησκευτικό φανατισμό και φασιστικές επιδρομές φονταμενταλιστικών μορφωμάτων, εθνικισμό, φτώχεια. Συνθήκες ιδιαίτερα προσοδοφόρες για το κεφάλαιο. Στις χώρες της μέσης ανατολής και της Β. Αφρικής με προκάλυμμα τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας και της αποκατάστασης της δημοκρατίας, παίρνουν σάρκα και οστά ενδοκαπιταλιστικοί ανταγωνισμοί ισχυρών εξουσιαστικών μπλοκ, με απόληξη την επιβολή και την ωμή βία απέναντι στις ζωές των γηγενών πληθυσμών. Παράλληλα οι πόρτες των δυτικών κρατών είναι κλειστές για τους ξεριζωμένους και κατατρεγμένους μετανάστες με την Ευρώπη φρούριο να οικοδομείται καθημερινά, υλικά και ιδεολογικά μέσω της φύλαξης και ενίσχυσης των συνόρων της, της αύξησης και συστηματοποίησης του ελέγχου και της καταστολής, των στρατοπέδων συγκέντρωσης μεταναστών, των απελάσεων, της διαρκούς αστυνόμευσης.

Στο σκηνικό αυτό η διαχείριση και βοήθεια στους μετανάστες επαφίεται στα χέρια ειδικών επαγγελματιών φιλάνθρωπων, με τις μπίζνες των Μ.Κ.Ο. να πρωταγωνιστούν αλλοιώνοντας τις έννοιες της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας. Εκεί που η προσφορά και η ουσιαστική αλληλεπίδραση των ανθρώπων, από τα κάτω και ακηδεμόνευτα, χωρίς τη μεσολάβηση του κέρδους, μετατρέπεται σε ακόμη μια επιχείρηση με εμπόρευμα τους κατατρεγμένους, εμείς διαλέγουμε να βρεθούμε στο πλευρό των μεταναστών – ανθρώπων με διαφορετική κουλτούρα και βιώματα από τα δικά μας, αλλά και με εξαιρετικά διακριτές διαφορές μεταξύ τους, χωρίς να αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο – ακριβώς γιατί αντιλαμβανόμαστε τη συνθήκη που ζουν, το γεγονός πως ο καπιταλισμός επελαύνει  στις ζωές τους με τον πιο βίαιο τρόπο, εξωθώντας  τους στην ανέχεια, στον θάνατο. Στο πλαίσιο αυτό πολεμάμε συνολικά την υπαιτιότητα. Το καπιταλιστικό οικοδόμημα. Και μπορεί να είναι δύσκολο να αντιληφθούμε στην ολοκληρωτική της διάσταση τη συνθήκη που βιώνουν οι άνθρωποι αυτοί, ωστόσο έχοντας τοποθετήσει τους εαυτούς μας από την πλευρά των εκμεταλλευομένων, δεν μπορούμε παρά να αγωνιζόμαστε ως τέτοιοι, στο πλάι των κολασμένων.

Το κράτος την ίδια στιγμή στέλνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα σε όσους αμφισβητούν στην πράξη την παντοδυναμία του. Όποιος εναντιώνεται στο υπάρχον θα αντιμετωπίζεται ως τρομοκράτης, θα καταστέλλεται βίαια και θα μετατρέπεται αυτομάτως σε εσωτερικό εχθρό που πάση θυσία πρέπει να εξοντωθεί. Η δημοκρατία θα σταθεί αμείλικτη μπροστά στην αντιβία των καταπιεσμένων με τους κυρίαρχους να κατέχουν το μονοπώλιο της βίας.

Το νομικό οπλοστάσιο του κράτους αναβαθμίζεται διαρκώς – πέρα από τον όποιο ιδεολογικό μανδύα, και εν προκειμένω σοσιαλδημοκρατικό με φιλοευρωπαϊκές θέσεις και ακροδεξιές συμμαχίες – οι αγωνιστές στοχοποιούνται και διώκονται, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα μεταλλεία χρυσού και χαλκού στη Β.Α. Χαλκιδική και τους αγώνες που δόθηκαν και καταστάλθηκαν βίαια προς υπεράσπιση του εγχώριου και μη κεφαλαίου, οι αναρχικοί καταδικάζονται ως ατομικοί τρομοκράτες ανεξάρτητα από τα κατηγορητήρια, και νέοι τρομονόμοι έρχονται στο προσκήνιο. Και όλα αυτά μέσα σε ένα κλίμα συναίνεσης το οποίο έντεχνα προσπαθεί να καλλιεργήσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ υποσχόμενο κοινωνική ευημερία, ασφάλεια και πάταξη της ανομίας.

Οι αντιστάσεις των εντός των τειχών απέναντι στην κατασταλτική βαρβαρότητα δεν κάμπτονται. Μπορεί το φορτίο του εγκλεισμού της δημοκρατίας να είναι βαρύ αλλά οι επιλογές αγώνα παραμένουν εκεί και η αγωνιστική δράση των αιχμαλώτων είναι συνεχής. Απεργίες πείνας, στάσεις στις φυλακές, καθημερινές αρνήσεις, όλα αυτά στην κατεύθυνση της διαφυγής από τα κολαστήρια, της διεκδίκησης, της ολικής ρήξης. Και πολεμώντας μέχρι τη συντριβή του καπιταλισμού δεν τρέφουμε αυταπάτες. Δεν υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης της συνθήκης του εγκλεισμού. Δεν μπορούμε ωστόσο να μην αναγνωρίζουμε πως οι ενδιάμεσοι αγώνες είναι αναγκαίοι σε μια επαναστατική προοπτική.

Έτσι στεκόμαστε δίπλα στους φυλακισμένους αγωνιστές, γιατί τα εργαλεία αγώνα που επιλέχθηκαν από την πλευρά τους, και οι πράξεις τους δυνητικά είναι και δικές μας. Αλλά ακόμα και να μην ήταν ποτέ, γίναμε κοινωνοί του αγώνα τους καθώς η αξία να πολεμάς το κράτος και το κεφάλαιο, να στέκεσαι απέναντι του με αξιοπρέπεια, ορθώνοντας ανάστημα μέσα σε ένα μωσαϊκό αγώνα και διαρκούς αντιπαράθεσης με το υπάρχον, στάθηκε ικανή να μας κάνει συμμέτοχους και συνένοχους.

Μέσα από το ίδιο πρίσμα της διασύνδεσης και της κριτικής αλληλεπίδρασης των από τα κάτω αντιλαμβανόμαστε ως σημαντικό διακυβεύμα και στόχευση δομική, την ανάπτυξη της διεθνιστικής αλληλεγγύης. Μπροστά στην άνοδο των εθνικιστικών κινημάτων και του φασισμού στον ευρωπαϊκό γεωγραφικό χώρο, την εντεινόμενη επίθεση κράτους και κεφαλαίου στις πλατιές μάζες των εκμεταλλευόμενων είναι αναγκαίο να στηθούν αναχώματα διεθνισμού και αλληλεγγύης.

Αναγνωρίζοντας την αλληλεγγύη μέσα στη διάσταση της ιστορικής συνέχεις και παρακαταθήκης αγώνα, επιδιώκουμε την σύνδεση των από τα κάτω, των αγωνιζόμενων ανθρώπων, πέρα από σύνορα και κράτη, ανεξάρτητα από το αν είναι δυνατή η φυσική παρουσία στους αγώνες που διεξάγονται ανά τόπους, ή αν υπάρχει πάντα η δυνατότητα σαφούς πληροφόρησης των επιμέρους του αγώνα, γιατί για εμάς η διεθνιστική αλληλεγγύη αποτελεί ακόμα ένα όπλο στη φαρέτρα. Ένα όπλο στα χέρια των από τα κάτω απέναντι στη μισαλλοδοξία, το ρατσισμό και το διάχυτο μίσος.

Εκείνο με αλλά λόγια που έχει σημασία είναι η δυνατότητα που έχεις κάθε φορά να στέκεσαι αλληλέγγυος σε υποκείμενα που αγωνίζονται ή αναγνωρίζεις πως ο καπιταλισμός τα βάλλει, με τα δικά σου χαρακτηριστικά, τον δικό σου διακριτό λόγο και προτάγματα. Να έχεις τη δυνατότητα να αναγνωρίζεις τα σημεία συναρμογής, αλλά και τις αποκλίσεις σου από το εκάστοτε υποκείμενο, με διάθεση κριτική, κινούμενος σε μια κατεύθυνση επαναστατική, αλληλεπιδρώντας ουσιαστικά μαζί τους παλεύοντας αδιάκοπα ενάντια στην καταπίεση.

Παράλληλα, έχει και σημασία τα παραπάνω να τα τοποθετούμε στην ιστορική ροή, συνέχεια και μετεξέλιξη τους. Ο καπιταλισμός δεν ήλθε σαν ώριμο φρούτο, το κράτος δεν επιβλήθηκε στη βάση μιας ομοιογενούς και συνολικής κοινωνικής συμφωνίας, ο αστικοδιαφωτιστικός μύθος ξεχνά στην αφήγησή του τα ποτάμια αίματος, τον όγκο της φυσικής καταστροφής κλπ που έπρεπε να συμβούν για να δαμαστεί ο φυσικός κόσμος και να λειτουργεί για το κέρδος των αφεντικών.

Σε αυτό, πρέπει να σταθούμε ιδιαίτερα στο πέρασμα στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό, την μετατροπή στη μορφή των κοινωνικών και παραγωγικών σχέσεων, την έλευση του θεάματος,  την γέννηση και έκρηξη του σύγχρονου κόσμου με τα εξωφρενικά φαινόμενα που καθημερινά γεννά. Κομβική στιγμή είναι η συντριβή των επαναστατικών κι νημάτων πριν και μετά τον Β παγκόσμιο πόλεμο, αλλά και η οργάνωση του καπιταλισμού στη βάση του κευνσιανισμού. ΤΟ κράτος ανέλαβε τον εγγυητή της κοινωνικής ομαλότητας, ενσαρκώνοντας το ρόλο του ως ρυθμιστή των κοινωνικών σχέσεων. Η δημιουργία ιδιαίτερα της μορφής του κράτους πρόνοιας, ήταν τόσο μια οικονομική και πολιτική αναγκαιότητα όσο και μια απάντηση στην διογκούμενη σφαίρα της αυτονομίας των από τα κάτω, σε επίπεδο ζωής αλλά και οργάνωσης των αγωνιστικών τους απαντήσεων. Τα εργατικά ταμεία αλληλεγγύης σε κάθε απεργία, η κοινοτική οργάνωση, η οργάνωση στη βάση εντός των χώρων ζωής, τα κινήματα αυτομείωσης κλπ ήταν μορφές αναπαραγωγής της κουλτούρας και της ίδιας της ζωής των από τα κάτω που έπρεπε να τσακιστούν μαζί με την  πολιτική τους οργάνωση. Γιατί όλα αυτά δε σήμαιναν απλά μια διεύρυνση της οικονομικής αυτονομίας των από τα κάτω, όσο –κυρίως- προέρχονταν από την γέννηση και τη σφυρηλάτηση της συνείδησής τους απέναντι στην καπιταλιστική μηχανή.

Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα, στον  ύστερο νεοφιλελεύθερο κόσμο, που το κυρίαρχο δόγμα και η ρητορική έχει προ πολλού αφήσει μια για πάντα πίσω της την όποια κοινωνική/σοσιαλδημοκρατική υφή και ρητορική. Ζούμε σε μια θάλασσα ατόμων που κολυμπανε προσπαθώντας να  επιβιώσουν και για τα αφεντικά και συνολικά τον καπιταλιστικό κόσμο, αυτό δεν μπορεί παρά να γίνεται μόνο σκύβοντας το κεφάλι, δουλεύοντας, καταναλώνοντας, πεθαίνοντας ακόμη στην ώρα μας. Η βαρβαρότητα είναι ντυμένη με τα όμορφα λόγια και τις ψεύτικες εικόνες της δήθεν ευημερίας, της δήθεν ανοιχτότητα των σύγχρονων κοινωνιών, με τον κόσμο αυτό να προσπαθεί να μας πείσει πως όλα γίνονται για το καλό μας και πως οδεύουμε ολοένα και περισσότερο σε ένα κόσμο που οι αντιθέσεις θα είναι όλο και λιγότερες.

Έτσι, η όποια μορφή κοινωνικότητας, οργάνωσης, της καθημερινής ζωής δεν μπορεί παρά να γίνεται εντός του αυστηρού πλαισίου αυτού του κόσμου. Σε  αυτήν την κατεύθυνση, η αλληλεγγύη, λέξη που ξαναμπήκε με φόρα στο προσκήνιο της καθημερινής ζωής, εντός του περιβάλλοντος κρίσης και καπιταλιστικής επίθεσης, γίνεται κεντρική λέξη συμβολικά και πρακτικά στο λεξιλόγιο της εξουσίας. Κοινωνικό επίδομα αλληλεγγύης, υπουργείο αλληλεγγύης, δομές αλληλεγγύης, ΜΚΟ, φιλάνθρωποι, επαγγελματίες αλληλέγγυοι, όλοι με διαπίστευση, όλοι προσδεμένοι στις αξίες του καπιταλιστικού κόσμου , στην ηθική του, στα σύμβολά του. Μιλάνε για πιο αλληλέγγυα αστυνομία, πιο αλληλέγγυα frontex, πιο αλληλέγγυο ΟΑΕδ για να μπορέσουν μέρα με τη μέρα να κρύψουν την ασχήμια της καθημερινότητας, να υπνωτίσουν όσους τα βιώνουν, να του απομονώσουν ώστε να κατασταλούν μόνοι.

Και όλα αυτά εντός ενός περιβάλλοντος τόσο απύθμενης βίας και βαρβαρότητας, που ξερνά όλη τη συστημική σαπίλα, που  οργανώνει τις κοινωνικές συνθήκες στη βάση της ιεραρχίας, του ανταγωνισμού, μια νευρώδους ψύχωσης, του εκβιασμού πάνω στην ίδια τη ζωή, της αλλοτρίωσης, της απομόνωσης.

Απέναντι σε όλα αυτά, στέκουν και θα στέκουν το ακηδεμόνευτο, μαχητικό, ταξικά, κοινωνικά, πολιτικά προσδιορισμένο κομμάτι όσων παλεύουν καθημερινά με αρχές τους την αυτοοργάνωση, την αλληλεγγύη, την αλληλοβοήθεια  σε σύγκρουση με το κράτος και το κεφάλαιο. Όλος αυτός ο κόσμος που βάζει τη συνολική ρήξη με το υπάρχον και την οικοδόμηση ενός νέου κόσμου ως τη μοναδική προοπτική που μπορεί επί της ουσίας να φέρει μια συνθήκη τερματισμού της εκμετάλλευσης, της φτώχειας, της εξαθλίωσης, της καταστροφής του φυσικού κόσμου, της βαρβαρότητας, των πολέμων. Είναι το κομμάτι των αναρχικών/ αντιεξουσιαστικών/ ελευθεριακών ριζοσπαστικών δομών και αγωνιστών/τριών που συνεχίζουν παρά την ύφεση των αγώνων, να θέτουν χαρακτηριστικά στον ταξικό/κοινωνικό πόλεμο, εχθρευόμενοι/ες ένα κόσμο που μιλά για επενδύσεις, ανάπτυξη, ευημερία, πάνω στο πτώμα εκατομμυρίων ζωών, πάνω στην καταστροφή του πλανήτη. Η καταστολή θωρακίζεται, καθώς η διακαής επιθυμία της κυριαρχίας δεν είναι άλλη από το να θάψει κάθε φωνή αντίστασης, διατηρώντας το μονοπώλιο της βίας, την ποινικοποίηση των ζωών μας, εφαρμόζοντας μια στρατηγική μαστίγιου και καρότου, όπου είτε μέσω της οξυμένης κρατικής βίας, είτε μέσω του ιδεολογικού πολέμου, τα περιεχόμενα του αγώνα θα μπαίνουν στο στόχαστρο, με την αναπαραγωγή του κυρίαρχου να είναι το διαρκές διακύβευμα συνολικά για τον καπιταλιστικό κόσμο, τις δομές του, τις αξίες του, τους εκπροσώπους του.

Απέναντι σε όλα αυτά, απέναντι στις κρατικές μεθοδεύσεις, και την καταστροφή των ζωών μας οφείλουμε να προτάξουμε τις συλλογικές και ατομικές μας αρνήσεις. Να οργανώσουμε σε βάθος τον αναρχικό αγώνα, να ανασυγκροτήσουμε τις δυνάμεις μας, να δυναμώσουμε τις αντιστάσεις μας και να επιτεθούμε ολομέτωπα και με όλα τα μέσα σε ότι μας καταδυναστεύει. Οφείλουμε να σταθούμε στο πλάι όλων όσοι βρέθηκαν στο στόχαστρο της κρατικής μηχανής, να δημιουργήσουμε  και να προφυλάξουμε τις ανταγωνιστικές  προς  το υπάρχον δομές και τους ανθρώπους του αγώνα. Με λόγο, δράση, συνέπεια και βαθιά συνειδητοποίηση της θέσης μας και του εχθρού, να ατσαλωθούμε, να ριχτούμε στην μάχη παλεύοντας μέχρι τέλους ενάντια  σε κράτος και κεφάλαιο, για την κοινωνική απελευθέρωση, για τη ζωή, για την αναρχία.

αναρχικό  αντιεξoυσιαστικό στέκι Άτακτον
(Άστιγγος 100 κ Κανακάρη Ρούφου)
atakton@espiv.net
atakton.espivblogs.net

 

 

 

 

Είναι εκείνες οι στιγμές που η ύπαρξη μας αποκτά υπόσταση και τα λόγια μετουσιώνονται σε πράξεις. Που τα βλέμματά μας διασταυρώνονται και η ματαιότητα παύει να υπάρχει καθώς βρήκαμε τους εαυτούς μας ο ένας στον άλλον, παλεύοντας πλάι-πλάι, νικώντας το φόβο, προσπερνώντας την καταστολή, επιλέγοντας την αξιοπρέπεια. Γιατί μπορεί ο δρόμος να είναι μακρύς και το τέρας αδυσώπητο, αλλά η φλόγα σ’ εκείνο το συντροφικό δάκρυ, που έκανε τα σώματα ένα, είναι ικανή να γκρεμίσει τα πάντα. Ο λυγμός του πάθους των τρελών για το όνειρο, αρκεί να βάλει φωτιά ανεξέλεγκτη, καίγοντας στο πέρας της όλα όσα σε πνίγουν, σε τρομάζουν, σε φιμώνουν, φέρνοντας σε ένα βήμα πιο κοντά στη ζωή που σου ανήκει, στον κόσμο της άρνησης, στην ελευθερία.